Αναλόγως τη χώρα, τον πολιτισμό/ήθη και την εποχή, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων -συνεπώς και του άντρα, είναι διαφορετικά.
Στην Ελλάδα σήμερα, άντρας είναι ένα μαμόθρεφτο που μένει με τους γονείς του ως τα 40 λόγω ανάγκης, και αργότερα κακοποιεί τη σύζυγό του -όταν δεν την σκοτώνει, τα παιδιά του, ή γίνεται κρυπτομοφυλόφιλος λόγω καταπίεσης ή ξενοπηδάει. Τα περισσότερα ζευγάρια είναι χωρισμένα και οι καλοί -και από τις δυο πλευρές, μετριούνται στα δάχτυλα.
Επίσης, οι άντρες στη χώρα είναι συντριπτικά βαθειά αμόρφωτοι σε ευρύτατο φάσμα παρά τις σπουδές - είτε είναι γιαλαντζί διανοούμενοι /επαναστάτες είτε διαπλεκόμενα τσουτσέκια της εκάστοτε εξουσίας.
Η ανάλυση αυτή αφορά ένα σύνθετο κοινωνικό θέμα και είναι σημαντικό να την προσεγγίσουμε με βάση τεκμηριωμένα στοιχεία και όχι γενικεύσεις. Οι αντιλήψεις για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά ενός λαού ή ενός φύλου είναι συχνά υποκειμενικές και διαμορφώνονται από προσωπικές εμπειρίες, ενώ η πραγματικότητα είναι συνήθως πιο πολύπλοκη.
Η τάση των νέων να μένουν στο πατρικό τους σπίτι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα είναι ένα υπαρκτό φαινόμενο στην Ελλάδα, αλλά δεν είναι μοναδικό και οφείλεται κυρίως σε οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες, όχι σε κάποιο εγγενές χαρακτηριστικό των αντρών.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat (2022), η μέση ηλικία αποχώρησης από την πατρική κατοικία στην Ελλάδα είναι τα 29,9 χρόνια. Αυτός ο μέσος όρος είναι όντως υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (26,4 χρόνια), αλλά είναι παρόμοιος με άλλες χώρες του Νότου, όπως η Ιταλία (30,4), η Ισπανία (30,3) και η Κροατία (33,4).
Τα θέματα της ενδοοικογενειακής βίας και των διαζυγίων είναι σοβαρά κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν την Ελλάδα, ωστόσο η σύνδεσή τους με το σύνολο του ανδρικού πληθυσμού ως φυσική συμπεριφορά δεν υποστηρίζεται από καμία έρευνα.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας, οι καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία αυξάνονται, γεγονός που μπορεί να υποδηλώνει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και διάθεση καταγγελίας. Ενώ η βία υπάρχει, το να αποδίδεται ως χαρακτηριστικό του συνόλου των ανδρών είναι μια ακραία γενίκευση. Οι δράστες είναι ένα μικρό, αν και σημαντικό, ποσοστό του ανδρικού πληθυσμού. Η πλειονότητα των ανδρών δεν είναι βίαιοι και δεν ασκεί βία.
Τα ποσοστά διαζυγίων στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί, όπως συμβαίνει σε πολλές αναπτυγμένες χώρες. Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), ο δείκτης διαζυγίων το 2021 ήταν 2,6 ανά 1.000 άτομα, ένας αριθμός παρόμοιος με τον μέσο όρο της ΕΕ, αλλά πολύ χαμηλότερος από χώρες όπως το Λουξεμβούργο, η Λιθουανία και η Σουηδία. Ο υψηλός αριθμός διαζυγίων αντανακλά σύνθετες κοινωνικές αλλαγές, όπως η οικονομική πίεση, η χειραφέτηση της γυναίκας και οι αλλαγές στον θεσμό του γάμου, και δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε ένα φύλο.
Όσο αφορά τη μόρφωση, η άποψη ότι οι άντρες στην Ελλάδα είναι βαθιά αμόρφωτοι δεν υποστηρίζεται από τα επίσημα στατιστικά. Αντιθέτως, τα στοιχεία δείχνουν υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ και την Eurostat, η Ελλάδα καταγράφει υψηλά ποσοστά αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ειδικότερα, το ποσοστό των ανδρών με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι σημαντικό, με πολλούς να έχουν διαπρέψει σε επιστημονικούς τομείς. Ενώ η ποιότητα της παιδείας είναι μια διαρκής συζήτηση, η μαζική πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι ένα γεγονός.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι πολλά από τα πιο πάνω φαινόμενα είναι πραγματικά κοινωνικά ζητήματα, όπως η οικονομική εξάρτηση, η ενδοοικογενειακή βία και τα διαζύγια. Αυτά όμως δε συνιστούν χαρακτηριστικά του συνόλου του ανδρικού πληθυσμού της Ελλάδας.
Ζούμε σε μία χώρα που η ανάκαμψη, η έξοδο στις αγορές και η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας είναι σε ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΑ θα έλεγα επίπεδα και η κοινωνία αντίστοιχα θα ευδοκιμήσει καλύτερα.