Ορχήστρα/orchestra (αρχική σημασία «ο χώρος τού θεάτρου όπου ορχούντο, χόρευαν»).
(Oρχήστρα ονομαζόταν στην προκλασική Ελλάδα ο χώρος μπροστά στο ναό του Διονύσου που προοριζόταν για χορό. Στην κλασική ελληνική εποχή χαρακτηριζόταν με τον ίδιο όρο, ορχήστρα, ο χώρος στο θέατρο μεταξύ της σκηνής και της πλατείας (θέσεις θεατών). Σ' αυτό το χώρο έπαιρναν θέση οι χειριστές των μουσικών οργάνων.)
Ιnstrumental (adj.) late 14c., "of the nature of an instrument,"
Of music, c.1500; noun meaning "musical composition for instruments only"