Nostalgia isn't what it used to be, λέει ένα εύστοχο αγγλόφωνο ρητό.
Καλή τέχνη πάντοτε θα γεννιέται και η
εξιδανίκευση του παρελθόντος είναι μια τάση που εμφανίζεται στους περισσότερους πολιτισμούς.
Αυτός ωστόσο ο αφορισμός δεν επαρκεί για να ερμηνεύσουμε τα πράγματα και τις γκρίζες περιοχές.
Στην εποχή μας υπάρχει μια ιδιαιτερότητα την οποία μόνο το εξαιρετικό κείμενο του Καστοριάδη (που παρέθεσε ο Atreu και ξαναπαραθέτω εδώ) μπορεί να φωτίσει.
Διότι στην εποχή μας υπάρχει πολλή (και πολύ κακή) τέχνη, η οποία διαφημίζεται ως σπουδαία τέχνη. Μάλιστα το μέινστριμ
κυριαρχείται από τέτοιες φούσκες, από προϊόντα που είναι μόνο κέλυφος και περιτύλιγμα χωρίς ουσία.
Μέσα σε αυτόν το
θόρυβο πληροφορίας, η καλή τέχνη -που εξακολουθεί να παράγεται- χάνεται.
Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τον θόρυβο ως παράγοντα. Ίσως κάποια αροστουργήματα του παρελθόντος να αναγνωρίστηκαν ως τέτοια
γιατί δημιουργήθηκαν και κοινοποιήθηκαν εν μέσω της απαιτούμενης ησυχίας.
Από την άλλη, σήμερα το κριτήριο των ανθρώπων αμβλύνεται, αφού δεν ξέρουν πια τι είναι καλό και τι όχι, ακόμη και για τα δεδομένα του μέινστριμ.
Τα παράγωγα μέινστριμ τέχνης σήμερα (με λίγες εξαιρέσεις) μοιάζουν με τις ντομάτες του σούπερ μάρκετ. Πολύ όμορφες και ομοιόμορφες, κατακκόκινες, λαμπερές, χωρίς λεκέδες ή "ενοχλητικές" πρασινάδες. Ωστόσο όταν τις μυρίζεις και όταν τις γεύεσαι είναι άοσμες και άγευστες.
Είναι πιο πολύ η ιδέα μιας ντομάτας, παρά η ντομάτα η ίδια.
Και για να μην ξεχνιόμαστε, όλα είναι υποκειμενικά. Αλλά και όλοι οι άνω των 35 έχουμε φάει αντικειμενικά νόστιμη ντομάτα, ακόμη και στις μεγαλουπόλεις.
Πολλοί από εμάς όμως εκτεθειμένοι στις άνοστες μαζικές ντομάτες εδώ και 25 χρόνια, έχουμε ξεχάσει τις γεύσεις των παιδικών χρόνων και πρέπει να έρθουν οι διακοπές για να φάμε χωριάτικη από μποστάνι σε κάποιο μέρος στα οπίσθια του Εωσφόρου, προκειμένουν να ξυπνήσει τελικά η μνήμη, η αντίληψη και η ικανότητα κριτικής. Για να ξανακοιμηθεί στο φέρι μπόουτ της επιστροφής.
[/παρομοίωση]
Κάποια είδη τέχνης πάλι, όπως η λογοτεχνία, επηρεάζονται από τις ριζικές μεταλλάξεις που υφίσταται η συνήθεια και τέχνη της ανάγνωσης,
εξαιτίας του μιντιακού βομβαρδισμού και της έλευσης της ιντερνετικής εποχής.
Η πράξη της ανάγνωσης δεν θα είναι ποτέ η ίδια. Πολύ εύστοχα και αρκετά πριν από την εποχή του διαδικτύου ο Καστοριάδης έθεσε το θέμα του διαρκώς μειούμενου attention span. Σήμερα εκπαιδευόμαστε στο να κάνουμε τα πάντα σε όλο και μικρότερους χρόνους. Αυτό έχει μάλλον ριζικές επιπτώσεις και στο πώς προσλαμβάνουμε την τέχνη.
Γενικά η εποχή μας είναι μια εποχή πολλών και πραγματικά επαναστατικών αλλαγών μέσα σε ελάχιστα χρόνια.
Σύμφωνα με τη συσσωρευμένη εμπειρία του ανθρωπίνου είδους, η νοσταλγία του παρελθόντος υπήρχε πάντοτε και οφείλεται σε ψυχολογικής φύσης αίτια.
Για τη γενιά μας όμως μπορεί όντως η νοσταλγία του παρελθόντος να έχει βάση, για πρώτη φορά δικαίως. Γιατί μέσα στα τελευταία χρόνια η παραγωγή τέχνης έγινε απότομα πολύ διαφορετική, προτού προλάβει να αλλάξει η γενιά. Τα κριτήριά μας όμως παρέμειναν σταθερά ή άλλαξαν πιο αργά από τις συνθήκες. Επομένως είναι εύλογο να μας φαίνεται χειρότερη η τέχνη στο μέσο όρο της.
Είναι σαν οι συνθήκες εκκόλαψης της τέχνης να πήγαν από τα '20s στα '80s ενώ πέρασαν μόνο 15 ανθρώπινα χρόνια.
Ίσως την επόμενη γενιά, που δεν θα έχει εκτεθεί στο δικό μας παρελθόν, να μη τη νοιάζουν και τόσο όλα αυτά, μέχρι βέβαια να πάει διακοπές και να φάει σαλάτα από μποστάνι...
ΞΑΝΑΠΑΡΑΘΕΤΩ ΜΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ ΣΤΟΝ ATREU73 ΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ
atreu73 είπε:
Να επιμείνουμε λίγο σε αυτά που ήδη ειπώθηκαν.
«Η κρίση της κριτικής είναι μια από τις εκδηλώσεις της γενικής και βαθιάς κρίσης της κοινωνίας. Υπάρχει αυτή η γενικευμένη ψευτοσυναίνεση, η κριτική και το επάγγελμα του διανοούμενου είναι ενσωματωμένα στο σύστημα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι παλιά και με τρόπο πιο έντονο, όλα λειτουργούν με διαμεσολαβήσεις, τα δίκτυα της συνενοχής είναι σχεδόν παντοδύναμα. Οι φωνές που δεν ευθυγραμμίζονται ή που διαφωνούν δεν πνίγονται από την λογοκρισία ή από εκδότες που δεν τολμούν πια να τις δημοσιεύσουν. Πνίγονται από την γενική εμπορευματοποίηση. Οι ανατρεπτικές ιδέες συμφύρονται με το συρφετό όλων όσα παράγονται και διαδίδονται.... Η λέξη «επαναστατικός» έχει γίνει διαφημιστικό σλόγκαν.... Η περιθωριακότητα γίνεται κάτι το επιδιωκόμενο, το κεντρικό, και οι ανατρεπτικές ιδέες είναι ένα ενδιαφέρον αξιοπερίεργο που συμπληρώνει την αρμονία του συστήματος.
Η σημερινή κοινωνία έχει μια φοβερή ικανότητα να πνίγει κάθε γνήσια απόκλιση, είτε αποσιωπώντας την είτε καθιστώντας την ένα φαινόμενο ανάμεσα στα άλλα, που πλασάρεται στην αγορά όπως και τα άλλα.
Υπάρχουν κριτικοί που προδίδουν τον κριτικό τους ρόλο και συγγραφείς που προδίδουν την αυστηρότητα των κριτηρίων τους. Υπάρχει η ευρύτατη συνενοχή του κοινού, που κάθε άλλο παρά αθώο είναι σε αυτή την υπόθεση, αφού αποδέχεται το παιχνίδι και προσαρμόζεται σε ότι του δίνουν.
Όλο αυτό το πλέγμα έχει γίνει εργαλείο στα χέρια του συστήματος, που είναι και το ίδιο ανώνυμο. Δεν πρόκειται για το δημιούργημα ενός δικτάτορα, μιας φούχτας κεφαλαιοκρατών ή μιας ομάδας διαμορφωτών της κοινής γνώμης, αλλά για ένα τεράστιο κοινωνικο-ιστορικό ρεύμα που πορεύεται προς αυτήν την κατεύθυνση και κάνει τα πάντα να χάνουν την σημασία τους. Το καλύτερο παράδειγμα είναι η τηλεόραση. Λατρεία του εφήμερου που απαιτεί παράλληλα και μια απίστευτη συρρίκνωση. Η ωφέλιμη διάρκεια προσοχής του θεατή, attention span, ήταν πριν από μερικά χρόνια δέκα λεπτά, στη συνέχεια έπεσε σταδιακά στα δέκα δευτερόλεπτα. Η ανθρωπότητα δεν έχει εκφυλιστεί βιολογικά, οι άνθρωποι είναι ακόμα σε θέση να παρακολουθήσουν έναν λόγο που χρησιμοποιεί επιχειρήματα και έχει μια σχετική διάρκεια, παράλληλα όμως είναι αλήθεια πως το σύστημα και τα μέσα ενημέρωσης «εκπαιδεύουν»-δηλαδή συστηματικά παραμορφώνουν- τους ανθρώπους, ώστε να μην μπορούν τελικά να ενδιαφερθούν για οτιδήποτε ξεπερνά τα μερικά δευτερόλεπτα ή τα μερικά λεπτά.
Εχουμε να κάνουμε εδώ με μια συνωμοσία, όχι με την αστυνομική αλλά με την ετυμολογική έννοια της λέξης. Όλα αυτά πάνε μαζί, πνέουν προς την ίδια κατεύθυνση, την κατεύθυνση μιας κοινωνίας όπου κάθε κριτική χάνει την αποτελεσματικότητα της.»
Κορνήλιος Καστοριάδης
Η άνοδος της ασημαντότητας