Μετά από μια ζωή με Windows και Linux, η απόφαση να αντικαταστήσω το πεντάχρονο PC μου με έφερε αντιμέτωπο με την φετινή παραλογή αγορά των εξαρτημάτων. Τον περασμένο Φεβρουάριο, βλέποντας τις εξωφρενικές τιμές—κυρίως στις μνήμες RAM—και βάζοντας κάτω τα κουκιά, διαπίστωσα πως η πιο συμφέρουσα λύση για τις προδιαγραφές που ζητούσα ήταν ένα έτοιμο Mac Mini Μ4 24Gb. Έτσι έκανα το άλμα, ελπίζοντας σε μια καλή πενταετία.
Τεχνικά, το μηχάνημα είναι ένα τέρας επιδόσεων που εκτελεί τα πάντα αμάσητα. Ωστόσο, μετά από μερικούς μήνες καθημερινής τριβής, η πραγματικότητα του macOS αποδεικνύεται δυσβάσταχτη—ίσως βέβαια φταίει ότι είμαι ένας «κολλημένος» 68χρονος που έχει μάθει αλλιώς.
Στο macOS τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Αν δεν διαβάσεις το εγχειρίδιο (RTFM), θα κολλήσεις ακόμα και στα πιο απλά: από τη συμπεριφορά των Function keys και τη διαχείριση παραθύρων, μέχρι τη γλώσσα αποθήκευσης των αρχείων. Το σύστημα διαθέτει εκατοντάδες επιλογές για τα πάντα, αλλά για να το φέρεις σε μια στοιχειώδη λογική—που αναπόφευκτα συμπίπτει με αυτή των Windows—πρέπει να φας μέρες σκαλίζοντας τις Ρυθμίσεις.
Παράλληλα, το περιβάλλον χρήσης είναι αδικαιολόγητα παρεμβατικό. Όταν κάνεις διπλό κλικ σε ένα mp3, θέλεις απλώς να ακούσεις μουσική. Δεν θέλεις να ανοίγει το Apple Music προσπαθώντας να σου πουλήσει συνδρομή, ούτε να σου μπλοκάρει το σύστημα έναν player τρίτου κατασκευαστή «για την προστασία σου». Υποψιάζομαι ότι ο μέσος χρήστης, χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές ανησυχίες, απλώς συμβιβάζεται με όσα καταλαβαίνει, αξιοποιώντας ένα ελάχιστο μέρος των πραγματικών δυνατοτήτων του υπολογιστή.
Το συμπέρασμα; Πρόκειται για ένα εξαιρετικό κομμάτι hardware, το οποίο όμως για έναν έμπειρο χρήστη άλλων συστημάτων, θάβεται κάτω από ένα δύσκαμπτο και εκνευριστικό λειτουργικό σύστημα.
Τεχνικά, το μηχάνημα είναι ένα τέρας επιδόσεων που εκτελεί τα πάντα αμάσητα. Ωστόσο, μετά από μερικούς μήνες καθημερινής τριβής, η πραγματικότητα του macOS αποδεικνύεται δυσβάσταχτη—ίσως βέβαια φταίει ότι είμαι ένας «κολλημένος» 68χρονος που έχει μάθει αλλιώς.
Στο macOS τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Αν δεν διαβάσεις το εγχειρίδιο (RTFM), θα κολλήσεις ακόμα και στα πιο απλά: από τη συμπεριφορά των Function keys και τη διαχείριση παραθύρων, μέχρι τη γλώσσα αποθήκευσης των αρχείων. Το σύστημα διαθέτει εκατοντάδες επιλογές για τα πάντα, αλλά για να το φέρεις σε μια στοιχειώδη λογική—που αναπόφευκτα συμπίπτει με αυτή των Windows—πρέπει να φας μέρες σκαλίζοντας τις Ρυθμίσεις.
Παράλληλα, το περιβάλλον χρήσης είναι αδικαιολόγητα παρεμβατικό. Όταν κάνεις διπλό κλικ σε ένα mp3, θέλεις απλώς να ακούσεις μουσική. Δεν θέλεις να ανοίγει το Apple Music προσπαθώντας να σου πουλήσει συνδρομή, ούτε να σου μπλοκάρει το σύστημα έναν player τρίτου κατασκευαστή «για την προστασία σου». Υποψιάζομαι ότι ο μέσος χρήστης, χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές ανησυχίες, απλώς συμβιβάζεται με όσα καταλαβαίνει, αξιοποιώντας ένα ελάχιστο μέρος των πραγματικών δυνατοτήτων του υπολογιστή.
Το συμπέρασμα; Πρόκειται για ένα εξαιρετικό κομμάτι hardware, το οποίο όμως για έναν έμπειρο χρήστη άλλων συστημάτων, θάβεται κάτω από ένα δύσκαμπτο και εκνευριστικό λειτουργικό σύστημα.